Η Μαρία Δημητριάδη αφήνει ένα μεγάλο κενό στη σύγχρονη ελληνική εικαστική σκηνή, αφήνει όμως πίσω της και ένα κόσμο γεμάτο ομορφιά, τέχνη, αγάπη για τη Φύση, ανθρώπινες σχέσεις -ένα κόσμο ζωντανό που η ίδια δημιούργησε, στον οποίο κατοικούσε ολόψυχα και μ’ αυτόν ήθελε να μοιράζεται τη ζωή της. Σε αυτό στον κόσμο στέκεται ανάμεσά μας, όρθια και περήφανη, σαν μια παρουσία που σημάδεψε τη ζωή μας για πάντα.

Η ταφή της Μαρίας έγινε στο νεκροταφείο των Λευκών στις 11 Οκτωβρίου.

Μαρία ,

Είναι δύσκολο να αποδεχτούμε την απουσία σου και να σε αποχαιρετίσουμε. Είναι δύσκολο για εμάς τους φίλους σου, να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν θα ξαναδούμε το φωτεινό χαμόγελό σου , την  γεμάτη ομορφιά, αρμονία και χάρη, ντυμένη στα λευκά παρουσία σου,  συντροφιά με την αγαπημένη σου Καρίνα, το ζεστό βλέμμα σου.

Σήμερα είμαστε εδώ στις Λεύκες, στο χωριό της Πάρου που το ερωτεύτηκες πριν 30 χρόνια και μεταμόρφωσες ένα παλιό λιοτρίβι σε μόνιμη κατοικία  σου.

Σταθερή αναφορά στις συνεντεύξεις σου σε ξένα και ελληνικά μέσα, η    Πάρος και οι Λεύκες. Ήσουν η  καλύτερη  πρέσβειρά  τους

Η Μαρία ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, που εκτιμούσαν, θαύμαζαν και αγαπούσαν όλοι όσοι μοιράστηκαν μαζί της στιγμές της ζωής τους. Είχε πάντα τα μάτια της ψυχής της ανοικτά και ότι έκανε το αγαπούσε.

Τα επιτεύγματα της στον χώρο της τέχνης, που αποτέλεσε την κύρια ενασχόλησή της από πολύ νωρίς είναι γνωστά, δικαιολογημένα την αποκάλεσαν, αναγγέλλοντας το θάνατό της στα ελληνικά μέσα, την Ελληνίδα Μεγάλη Κυρία της Τέχνης.

Σήμερα  θα  φωτίσω  μόνο κάποια χαρακτηριστικά  της προσωπικότητάς της, τα λιγότερο  γνωστά, αυτά που με συγκινούσαν τα χρόνια της φιλίας μας.

Η Μαρία  γεννήθηκε στην Αθήνα σε ένα περιβάλλον εικαστικό, ότι πέτυχε όμως στο χώρο της Τέχνης, δεν το κληρονόμησε, το δημιούργησε μόνη της και μάλιστα από πολύ νωρίς.

Στα 19 της δημιούργησε την ΄Μέδουσα΄ Αίθουσα Τέχνης καλύπτοντας το κενό που υπήρχε στην προβολή  νέων  Ελλήνων, τους οποίους επέλεγε με το καλλιτεχνικό της ένστικτο και μέσα από τη συνεργασία της με γνωστούς ιστορικούς τέχνης. Με τους περισσότερους καλλιτέχνες κράτησε σταθερούς δεσμούς από την πρώτη ατομική τους Έκθεση που διοργάνωσε στη Μέδουσα για  πολλές δεκαετίες,  προβάλλοντας το έργο τους στην ελληνική και διεθνή σκηνή. Ακόμα και όταν η κρίση άλλαξε το τοπίο   και η αγορά ελληνικών έργων Τέχνης έμοιαζε να καταρρέει, η Μαρία συνέχισε να στηρίζει με εκθέσεις στη Μέδουσα και στο εξωτερικό τους Έλληνες καλλιτέχνες της.

Για χρόνια ο απέριττος λευκός χώρος του Καφέ του Φώτη Μέλιου στη Νάουσα μεταμορφωνόταν με έργα καλλιτεχνών της σε ένα εικαστικό κοσμοπολίτικο περιβάλλον, για την προβολή της σύγχρονης ελληνικής   τέχνης.

Κοσμοπολίτισσα η ίδια, με ταξίδια και φιλίες ανά τον κόσμο αλλά βαθιά Ελληνίδα. αντιπροσώπευε, με την εικόνα και την παρουσία της, την  Ελλάδα  που εντυπωσιάζει με την ποιότητα της.

Δανείζομαι τα χθεσινά λόγια  μιας  Γαλλίδας φίλης μας :

Γοητεύτηκα κι εγώ, όπως όλοι, από την ακτινοβολία της ομορφιάς της, την ελευθερία της, την τρυφερή της προσωπικότητα και το μεγάλο της χαμόγελο. Είχε συνείδηση του εαυτού της, ήρεμη, χαμογελαστή, δεκτική, αφημένη ολόκληρη στην ανάσα και το φως του κρυφού της ήλιου. Το πρόσωπό της, μεγαλόπρεπο και οικείο ταυτόχρονα, έλαμπε με όλο το φως και τη μαγεία της Ελλάδας, αυτής της Ελλάδας που «αναδύεται σαν Αφροδίτη από τα βαθιά νερά του λόγου», όπως έγραψε ο Ποιητής

Η Μαρία, σε αντίθεση με την λαμπερή κοινωνική παρουσία της, ήταν  στην ουσία μοναχικός άνθρωπος.  Απέφευγε τις  προσκλήσεις για ταξίδια με θαλαμηγούς, και σαλπάριζε μόνη της  με το εφτάμετρο κίτρινο καΐκι της    για τα Κυκλαδονήσια, με συντροφιά την Καρίνα, σαν σύγχρονη Ελληνίδα καπετάνισσα, προσθέτοντας καρδιοχτύπια στους φίλους της με κάθε παραπάνω  μποφώρ και τις συχνές βλάβες της μηχανής μεσοπέλαγα.

Με ένα τέτοιο ταξίδι αποχαιρέτησε την αγαπημένη της Πάρο πριν από 20 ημέρες.

Η σχέση της με τη Φύση καθημερινή, ο κήπος της στις Λεύκες, ένας παράδεισος, καθημερινοί οι περίπατοί της στο βυζαντινό μονοπάτι,  στην Αγία Κυριακή, τον Άϊ Γιώργη της Λαγκάδας, στους Μύλους, σε ξωκλήσια και μοναστήρια, όπου κατέθετε τη βαθιά πίστη της.

Περιέθαλπε οποιοδήποτε μικρό ζώο έβρισκε πεταμένο και άρρωστο και είχε πείσει και την Καρίνα να τη συνδράμει σε αυτό το έργο. Στο σπίτι της βασίλευε απόλυτη αρμονία ανάμεσα στα πολλά ζώα που φιλοξενούσε.

Η απόλυτη άρνηση της  να βάλει στο τραπέζι της  και να  γευτεί οτιδήποτε  έχει μάτια και στόμα, όπως έλεγε, όταν προσπαθούσαμε να την  πείσουμε ότι τα λαχανικά του κήπου της δεν αρκούσαν ιδιαίτερα στη φάση της αρρώστιας της για να τραφεί.

Συνδιαλεγόταν με  επώνυμους,  μοίραζε όμως την φιλία της απλόχερα σε απλούς ανθρώπους. Αυτή η συνύπαρξη  ανθρώπων από όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση φαινόταν ανάγλυφα τον 15αύγουστο, στη μεγάλη γιορτή που οργάνωνε.

Μία λιγότερο γνωστή πτυχή της ζωής της ήταν αυτή που αναδείχτηκε όταν  αρρώστησαν σοβαρά δικοί της άνθρωποι, οπότε ανέλαβε τα πάντα, στάθηκε  δίπλα τους με απόλυτη αφοσίωση, δείχνοντας τη  μεγάλη καρδιά της και το δόσιμό της στους άλλους, σε κρίσιμες στιγμές.

Την δική της αρρώστια μας την ανακοίνωσε με ένα λιτό mail στις 11 Δεκεμβρίου το 2016 : «Χθες διαγνώστηκα με καρκίνο, Πολλά φιλιά Μαρία».

Δεν έκρυψε την αρρώστια της ούτε τα σημάδια της, την αντιμετώπισε με γενναιότητα και δεν εγκατέλειψε τον αγώνα για να ζήσει, ούτε στιγμή.

Γιατί η Μαρία μας αγαπούσε τη ζωή, τους φίλους της, τους προσδοκούσε αθάνατους και μας ευχόταν να ζήσουμε 7000 χρόνια.

Το τελευταίο καλοκαίρι της, παρ’ όλη την αδυναμία της, έκανε την τελευταία βόλτα της στο Αιγαίο, θέλοντας να ξορκίσει το κακό .

Μαρία  σε  χρειαζόμαστε  όλοι οι φίλοι  σου γιατί γέμιζες τη ζωή μας με ομορφιά  και  αξιοπρέπεια. Αφήνεις πίσω σου έναν κόσμο γεμάτο με ομορφιά, τέχνη, αγάπη για τη Φύση, γεμάτο ανθρώπινες σχέσεις ,–ένα κόσμο ζωντανό- που η ίδια δημιούργησες. Σ’ αυτόν τον κόσμο κατοικούσες ολόψυχα και μ’ αυτόν ήθελες να μοιράζεσαι τη ζωή σου. Σε αυτό στον κόσμο θα στέκεσαι πάντα ανάμεσά μας, όρθια και περήφανη, σαν μια  παρουσία που σημάδεψε τη ζωή μας για πάντα.

Ελισάβετ Παπαζώη

Απο το BLUE

το περιοδικό της Aegean Airlines
τεύχος 66, σελίδα 260

Πρωτοβρέθηκα στην Πάρο το 1978, όταν πήγα για πρώτη φορά διακοπές χωρίς την οικογένειά μου, καταλήγοντας να την εξερευνώ μαζί με έναν Αυστραλό περιπατητή που γνώρισα εκεί. Με κέρδισε η φιλοξενία των ανθρώπων και ερωτεύτηκα αμέσως το χωριό Λεύκες. Πρόκειται για την πρώτη πρωτεύουσα του νησιού, προστατευμένη από τους αέρηδες των Κυκλάδων και με απίστευτη θέα στη γειτονική Νάξο. Μετά από πέντε χρόνια επέστρεψα, έκανα ένα παλιό λιοτρίβι σπίτι μου και, από τότε, μοιράζω τη ζωή μου μεταξύ Αθήνας και Πάρου.

Το νησί είναι υπέροχο όλες τις εποχές του χρόνου. Στη διαδρομή από τις Λεύκες μέχρι το μοναστήρι της Αγίας Κυριακής περπατάς ανάμεσα σε μικρά ανθισμένα λιβάδια το καλοκαίρι και ρυάκια τον χειμώνα. Αξίζει να αναζητήσετε στα στενάκια του χωριού το εστιατόριο Λευκιανό με τον γαλλομαθή Γιώργο Χανιώτη και το παραδοσιακό καφενείο της Μαρίας, που σερβίρει υπέροχα σπιτικά γλυκά. Επίσης, πολλές γυναίκες εδώ υφαίνουν ακόμη σε παραδοσιακούς αργαλειούς και πωλούν τα υφαντά τους, όπως η Ανέζα Κρητικού, που φτιάχνει καταπληκτικά υφάσματα.

Επιβάλλεται μια επίσκεψη στην Παναγία Εκατονταπυλιανή, στο Αρχαιολογικό Μουσείο στην Παροικιά και στον αρχαιολογικό χώρο στο νησάκι Δεσποτικό. Αγαπημένο μου σημείο, λόγω της θέας, είναι το Κάστρο της Παροικιάς. Εκεί βρίσκεται το μπαρ Εύηνος, με κλασική και τζαζ μουσική και υπέροχα μοχίτο, και το εστιατόριο Levantis, που ξεχωρίζει για την ελληνική δημιουργική κουζίνα του.

Στα στενά της Νάουσας, όπου θα βρείτε ωραίες βιτρίνες, κάντε στάση στο Fotis Art Cafe που φιλοξενεί εκθέσεις έργων τέχνης και, στον δρόμο για την πα-ραλία Σάντα Μαρία, στο Siparos για φαγητό. Ανακαλύψτε, στον δρόμο προς τη Νάουσα, το Περιβαλλοντικό και Πολιτιστικό Πάρκο Πάρου στον κόλπο του Μοναστηρίου, με πεζοπορικές διαδρομές που καταλήγουν σε υπέροχες παραλίες. Στο κέντρο θαλάσσιων σπορ Water Ski Zone στις Κολυμπήθρες θα δείτε drones να φέρνουν καφέδες από το απένα-ντι café Καρίνο και τους δεκάδες παπαγάλους του ιδιοκτήτη Δημήτρη Van Kurtellen.

Η παραλία του Μοναστηρίου είναι οργανωμένη και απάνεμη, ενώ με ένα βαρκάκι θα φτάσετε στην απομονωμένη Λάγγερη, ακριβώς α-πέναντι, αλλά θα πρέπει να προβλέψετε προμήθειες σε νερό και φα-γητό. Μου αρέσει επίσης η παρθένα παραλία του Μώλου, επειδή είναι προστατευμένη από τους ανέμους και για την ωραία σκιά που προσφέ-ρουν τα αρμυρίκια. Ενώ για κάτι διαφορετικό θα πρότεινα μια ημερήσι-α εκδρομή σε κολπίσκους και σπηλιές της Πάρου και της Αντιπάρου με τα sea kayak του Αλέξανδρου Παναγάκου.

* Η Μαρία Δημητριάδη είναι ιδιοκτήτρια της Medusa Art Gallery.